Η Γαλάζια Λίμνη

Πάμε, πάμε, πάμε μαζί, σ’ εκείνο το μαύρο Νησί
Μες στ’ ÏŒνειρÏŒ μου να βρεθούμε, και πάντα να ζούμε μαζί

... 

Ο λαιμÏŒς μου κÏŒμπος αυτÏŒ εδÏŽ το βράδυ
Τα σύννεφα σκύβουν για ν’ αγκαλιάσουν το μικρÏŒ μου ÏŒνειρο
Τα συναισθήματα κύματα μες στην ψυχή μου
Ω γλυκιά κατάρα, Θεέ μου τÏŽρα κατάλαβα
Και ξέρεις κάτι, θα ‘ρθω κι εγÏŽ κάποτε εκεί
Να με περιμένεις

Πάμε, πάμε, πάμε εκεί
Το μαύρο Νησί μας περιμένει ξανά

Έπεσα σ’ ένα βούρκο
Φως απÏŒ έναν ανθÏŒκηπο
Με αναμμένα άνθη, μαραμένα αγκάθια
Έλαμψε στην ψυχή μου
Θεέ μου τÏŽρα κατάλαβα
ΑπÏŒ το φως που είδα
Της Γαλάζιας Λίμνης τα κύματα
Ζήτησαν την ψυχή μου

«ΣυγχÏŽρησον που στη ζωή, απÏŒ βράδυ ως μέρα
Σε ψεύτικους θεούς άφηνα την ψυχή μου
ΣυγχÏŽρησον, ευλÏŒγησον, ελέησον Πατέρα
Και δÏŽσε μου να πιω το ÎŽδωρ της Ζωής

Κι απÏŒ δάκρυα την ψυχή του πλημμύρησαν κύματα
Και με άπειρη ενέργεια και δύναμη έσβησαν τη φωτιά
Κι άνοιξαν τÏŒτε οι ουρανοί κι έδιωξαν το θάνατο
Άδειασαν τις μάταιες σκέψεις του για να δει εκείνος το ΘεÏŒ»